Αν αυτό το κείμενο γραφόταν την επομένη της πρεμιέρας των «Ορνίθων» στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου θα μιλούσε για τη θεατρική ιστορία που γράφτηκε στις πέτρες και στα χώματα της. Δέκα μέρες μετά, με την εγνωσμένη κατάκτηση και τον ιερό ενθουσιασμό να έχει κοπάσει, το ελληνικό θέατρο καλείται να διαχειριστεί τούτα τα δώρα, να φανεί αντάξιο της προικοδότησης, να γονιμοποιήσει το σπέρμα της αρετής.

«Κοντέψαμε να χτίσουμε τον κόσμο από την αρχή», διαπίστωνε ο ρωμαλέος Πεισθέταιρος, συνοψίζοντας την ακόρεστη και αμετάβλητη υπαρξιακή ανάγκη για ουτοπία (που διατρέχει όλα τα έργα του Αριστοφάνη), επανανοηματοδοτώντας τι σημαίνει να φτιάχνεις κόσμους και μάλιστα εκ θεμελίων∙ ο Νίκος Καραθάνος όσο και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός που προηγήθηκε – παρά τις όποιες αντιρρήσεις – στάθηκαν σ’ αυτό το σημείο δημιουργίας, στο σημείο της εκκίνησης για έναν άλλο τρόπο προσέγγισης, ανάγνωσης, θέασης, πρόσληψης, αισθητικής. Αλήθεια, αν αυτοί δεν είναι νέοι κόσμοι, φωτεινοί κι ελεύθεροι, τότε ποιοι είναι;

Νίβοντας τα χέρια του στις πηγές μιας αιώνιας εφηβικότητας, ο Νίκος Καραθάνος βάπτισε τους «Ορνιθες» του με την αίσθηση που έχουμε για τον κόσμο όταν η ζωή ξεκινά να διαγράφεται, ως νεόπλαστοι, όταν η ανεξήγητη χαρά της παιδικότητας, της αθωότητας μας οδηγεί, σαν νήπιο που θα παίξει στα λασπόνερα και θ’ αφήσει τη μάνα του να πονοκεφαλιάζει για τα λερωμένα ρούχα. Το παιχνίδι, μοιάζει να ΄ναι από καιρό το βασικό κίνητρο στο θέατρο του Καραθάνου∙ η ομολογία πως η μόνη μας πατρίδα είναι τα παιδικά χρόνια κι εκεί ανατρέχουμε, στα πρώτα μας βήματα, για να αναθεωρήσουμε και για να αντέξουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει. Μοιραία οι παραστάσεις του δεν έχουν μια σαφή, στερεή δομή μα, από την άλλη, λειτουργούν γενναιόδωρα ως μαρτυρίες των αισθήσεων. Αυτή η συνθήκη αποθεώθηκε στους «Όρνιθες», έργο πρόσφορο στο παίγνιο, εμποτισμένο από γραφής στη μεγαθυμία της ποίησης, του λυρισμού και του ονείρου.

Ο Νίκος Καραθάνος φαίνεται πως βρήκε στον Αριστοφάνη μια καινούργια πατρίδα. Και παρότι την οικοδόμησε με τα δικά του υλικά και εργαλεία – σημεία του έργου παραλείφθηκαν ή διασκευάστηκαν με μεγάλη ελευθερία σε συνεργασία με το μεταφραστή Γιάννη Αστερή – η πατρίδα αυτή κατοικήθηκε από όλους, πουλιά κι ανθρώπους. Και τι δεν χώρεσε στη νέα πολιτεία για να αποδώσει την ταραγμένη φυλή των θνητών: Τσίρκο, κλοουνερί, επιθεώρηση, κόμικ, θέατρο του παραλόγου, φάρσα, χορό, βωβό κινηματογράφο – στοιχεία ανοίκεια και θεωρητικά αλλότρια. Και πόσες φορές οι, μεταξύ τους συνδέσεις, δεν οδήγησαν σε αδέξιες σιωπές, φλυαρίες και σκηνικές νευρικότητες. Πάνω απ’ όλα αυτά ωστόσο, επικράτησε η ασυγκράτητη ιλαρότητα, τα ρίγη της συγκίνησης που ολοένα και ανανεώνονταν μέσα από διάφορα σκηνικά και ερμηνευτικά τεχνάσματα (η σκηνή του επιλόγου με το γιγαντιαίο φωτεινό τόπι να παρασύρει μαζί του τα ανθρώπινα σώματα θα εγγραφεί για καιρό στην παραστασιακή μας μνήμη) και μια ομάδα ηθοποιών που έπεισαν ότι καίγονταν από λαχτάρα να γίνουν φορείς αυτού του κόσμου που θέλησε να υπάρξει, έστω και για λίγο, σε μια ουράνια μακαριότητα.

Μέσα σε αυτό το γεροδεμένο ανσάμπλ – που εδώ μέτρησε και νέες παρουσίες όπως η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, ο Έκτορας Λιάτσος και ο Κωνσταντίνος Μπιμπής – αναδείχθηκαν και πρόσωπα, πρωταγωνιστές και μη, σε στιγμές ρεσιτάλ. Ο Άρης Σερβετάλης με το εύθραυστο παρουσιαστικό του ως Ευελπίδης να ακροβατεί ανάμεσα στην απόλαυση του κωμικού και στο λυγμό της μελαγχολίας, ο Χρήστος Λούλης αγνώριστος ως Τηρέας – Έποπας, ένας αληθινός χαμαιλέων κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή, ο Μιχάλης Σαράντης καθηλωτικός τόσο ερμηνευτικά όσο και κινησιολογικά ως Τρυποκάρυδος, η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, αυτή η σπουδαία κωμικός που απελευθερώθηκε ξανά μέσα από την Ίριδα, η Βασιλική Δρίβα που γεμάτη ειλικρίνεια και αυτοπεποίθηση ανταποκρίθηκε στο θριαμβικό κάλεσμα της Αηδόνας και του «πουλιά να γίνετε, να τα ξαναγαπήσετε όλα». Αλλά και ο Νίκος Καραθάνος με το ιδιοσυγκρασιακό του παίξιμο που φάνηκε να μένει οικειοθελώς στα μετόπισθεν, αποτυπώνοντας το αίτημα του Πεισθέταιρου από την ψυχή της συλλογικότητας. Και τι διακριτικά και επιδέξια που ενσωματώθηκαν μέσα στο σύνολο μικρότερης έκτασης παρουσίες όπως της Νατάσσας Μποφίλιου και του Αγγελου Παπαδημητρίου.

Σχήμα και μορφή στη χαλαρή δομή της παράστασης, συχνά καταλυτικό για τη λειτουργία της, έδωσε η αναδυόμενη δασική νησίδα της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου – αν και τη σκηνογραφία της καθόρισε εκείνο το ολόγιομο φεγγάρι (ποιος ξέρει τι άλλο) του φινάλε – η λεπτομερής κινησιολογική σχεδίαση της Αμάλιας Μπένετ που προσέδωσε στα ανθρώπινα σώματα ορμή πουλιού – πιθανώς η καλύτερη που έχει κάνει τα τελευταία χρόνια – η ετερόκλητη μα βαθιά συναισθηματική μουσική ανάγνωση του Άγγελου Τριανταφύλλου στους «σημαδεμένους» από το Μάνο Χατζιδάκι, «Όρνιθες», η ζεστή σκοτεινιά των φωτισμών που έστησε ο Σίμος Σακερτζής.

Η παράσταση ετοιμάζεται προσεχώς να επαναδιαπραγματευτεί τις αξίες της, αφού ο κλειστός χώρος στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση θα επιβληθεί διαφορετικά, στο στήσιμο της. Αυτή θα είναι μια δεύτερη ευκαιρία για την ομάδα του Νίκου Καραθάνου να αποδείξει τη δυναμική και την ευελιξία της, να ρετουσάρει με μεγαλύτερη ψυχραιμία τις αδυναμίες της και να χωνέψει για τα καλά την αξία του να είναι κανείς γεννήτορας, μέτοχος και μαζί αναθεωρητής μιας νέας αφήγησης για το ελληνικό θέατρο.

 

Πηγή: huffingtonpost

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ